Σκουπιδιάρικα

Της Λώρης Κέζα για το «ΒΗΜΑ»

Ας δούμε την εικόνα. Κάποιοι συνεδριάζουν, στα φανερά, με φανερή ατζέντα, εκπροσωπώντας νομίμως χιλιάδες δημότες. Κάποιοι απέξω σχεδιάζουν εισβολή, για να σταματήσει η συζήτηση. Θέλουν να διακόψουν τη διαδικασία εκπροσωπώντας τον εαυτό τους. Αναφερόμαστε στο δημοτικό συμβούλιο της Θεσσαλονίκης και στους εργαζόμενους στην καθαριότητα. Ας θυμηθούμε το πρόβλημα: η Θεσσαλονίκη μονίμως πήζει στο σκουπίδι. Τη μια χαλάνε τα απορριμματοφόρα, την άλλη γίνεται απεργία. Τα δικαιολογητικά: δεν αγοράστηκαν ανταλλακτικά, δεν επαρκεί το συνεργείο, δεν πληρώθηκαν οι υπερωρίες, έγιναν περικοπές στους μισθούς. Το αποτέλεσμα είναι οι αηδιαστικοί λοφίσκοι, τα τρωκτικά, η μυρωδιά σαπίλας, η απειλή της πανούκλας.

Είναι άραγε το πρόβλημα των σκουπιδιών ατομικό πρόβλημα του δημάρχου κ. Γιάννη Μπουτάρη; Μοιάζει να είναι καθώς η αντιπολίτευση δεν θέλει την καθαριότητα: επιδιώκει τη φασαρία, τις εντυπώσεις, το κανάκεμα. Η προαναφερθείσα συνεδρίαση διασφαλίστηκε από την αστυνομία, την οποία κάλεσε ο δήμαρχος για να μη γίνει το «ντου». Προσέξτε τώρα πως η απειλή εισβολής γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ο εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κ. Γκιουλέκας δήλωσε: «Το γεγονός ότι ζητεί τις δυνάμεις της αστυνομίας για να περιφρουρήσει τη συνεδρίαση καταλύει κάθε έννοια της δημοκρατίας και της ελευθερίας». Πού το είδε αυτό γραμμένο, ότι καταλύεται η δημοκρατία προστατεύοντας τον διάλογο;

Υπάρχει λοιπόν μια πυραμίδα στο πρόβλημα. Στη βάση είναι ο λάθος τρόπος διαχείρισης, ότι τα σκουπίδια πετιούνται ανάκατα ενώ με την ανακύκλωση θα μπορούσαν να περιοριστούν θεαματικά (σε προηγμένες χώρες διαχωρίζεται και αξιοποιείται το 90% των σκουπιδιών). Πιο πάνω μπαίνουν τα διαδικαστικά προβλήματα, ότι δηλαδή στον ντεμοντέ τρόπο αποκομιδής υπάρχουν πρακτικά ζητήματα, όπως η ελλιπής συντήρηση οχημάτων. Μετά μπαίνουν τα εργασιακά και η διασφάλιση των ανθρώπων. Πάνω πάνω, ως ασήμαντο κι ελαφρύ στοιχείο είναι η πρόσφατη συνεδρίαση. Το αν κλήθηκε η αστυνομία μπορεί να μπει σε κάποιαν άλλη ατζέντα από τον κ. Γκιουλέκα: να προτείνει επισήμως στο κόμμα του προοδευτικές θέσεις για τη λειτουργία της αστυνομίας. Στην παρούσα φάση όμως το πρόβλημα είναι το σκουπιδαριό.

Αν η Θεσσαλονίκη αποκτούσε ένα σύγχρονο σύστημα διαχείρισης σκουπιδιών θα ήταν κέρδος όλων και όχι νίκη του κ. Γιάννη Μπουτάρη. Οι πρώτοι που θα έπρεπε να στηρίξουν την ιδέα είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι καθαριότητας, που έχουν ζήσει στο πετσί τους το σκουπίδι. Μια δημιουργική πρόταση θα ήταν, εφόσον φοβούνται για τις θέσεις τους, να ζητήσουν οι ίδιοι τη μετάθεσή τους σε τμήμα ενημέρωσης των δημοτών. Να πάνε πόρτα πόρτα για να εξηγήσουν πώς και γιατί το γυαλί και η οργανική ύλη μπορούν να γίνουν πηγή εσόδων για την πόλη, αρκεί να πετιούνται τιτίζικα. Να συμβάλλουν δηλαδή στη μετάβαση σε νέα εποχή. Η αντιπολίτευση επίσης θα μπορούσε να βοηθήσει στη λύση: περισσότερους ψηφοφόρους θα κερδίσει αν πρωταγωνιστήσει σε μια νέα προσπάθεια παρά αν τη σαμποτάρει.

Ο κ. Γιάννης Μπουτάρης εισάγει καινά δαιμόνια στη Θεσσαλονίκη. Διεθνείς διαγωνισμούς για τη διαχείριση των σκουπιδιών, συνεργασία με ιδιώτες. Οι μικροκομματικές δυνάμεις τον τραβάνε προς τα πίσω και αυτό είναι εξίσου αηδιαστικό με έναν ξέχειλο κάδο.

Πηγή : tovima.gr

Να διορθώσουμε τα δικά μας λάθη

Γράφει ο Αλέξης Παπαχελάς για την kathimerini.gr

Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι το καλύτερο που θα μπορούσαν να κάνουν οι εταίροι και δανειστές μας είναι να σιωπήσουν από τώρα έως τις 17 Ιουνίου. Δεν θα το κάνουν γιατί η Ε.Ε. δεν έχει μια ενιαία φωνή και γιατί ο κάθε ξένος ηγέτης και αξιωματούχος έχει το δικό του «κοινό» στο οποίο πρέπει να μιλήσει για την ελληνική κρίση. Τα διλήμματα έχουν πλέον γίνει αρκετά καθαρά στον ελληνικό λαό και από εδώ και πέρα είναι θέμα των Ελλήνων πολιτικών να πουν την αλήθεια. Κανένας λαός δεν μπορεί να αποφασίσει για την τύχη του έχοντας ένα πιστόλι στον κρόταφο. Γιατί και έτσι να αποφασίσει, ο στιγμιαίος τρόμος δεν θα τον κάνει ανεκτικό ή λογικό κατά την ταραχώδη περίοδο που θα ακολουθήσει, όποιος και αν κερδίσει. Εχω, όμως, δύο ενστάσεις στο πώς αντιμετωπίζουμε τις δηλώσεις τύπου Λαγκάρντ. Πολλές φορές αντιδρούμε ως λαός με έναν οπαδικό σχεδόν φανατισμό που φτάνει τα όρια του χουλιγκανισμού. Το κάναμε σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν βρίζοντας προσωπικά τους ξένους, στοχοποιώντας χώρες και άτομα. Ποτέ, μα ποτέ δεν βγήκαμε κερδισμένοι από αυτή την τακτική. Μπορεί να μας εκτονώνει, να μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα με τη λογική ότι «τους τα είπα εγώ ένα χεράκι». Δεν δουλέυει όμως έτσι το πράγμα στις διεθνείς σχέσεις, όπου αυτό που μετράει είναι οι συμμαχίες που διαθέτεις, η συγκυρία συμφερόντων και ισχύος των συνομιλητών σου. Οσες, λοιπόν, βρισιές και αν γράφουμε στο Διαδίκτυο, ο αντίκτυπος θα είναι περιορισμένος και πολλές φορές αρνητικός. Αυτό είναι το πρόβλημα με αυτόν τον μάγκικο ψευτοπατριωτισμό εσωτερικής κατανάλωσης. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν κέρδισε, ό,τι κέρδισε, στη Διάσκεψη των Παρισίων με ψευτοτσαμπουκάδες, ούτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μας έβαλε στην ΕΟΚ με αυτή την τακτική. Ηταν ενδοτικοί ή προδότες; Κάθε άλλο, ήξεραν όμως να κερδίζουν την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των ισχυρών ξένων που μπορούσαν να επηρεάσουν τα συμφέροντα της πατρίδας τους. Οι πραγματικές «μαγκιές» του έθνους γράφτηκαν, άλλωστε, με αίμα από τους προγόνους μας που πολεμούσαν επί δέκα και πλέον χρόνια, όχι από οπαδούς της αυτάρεσκης χουλιγκανικής διαμαρτυρίας…

Και κάτι ακόμη. Βρίσαμε την, όντως αψυχολόγητη, κ. Λαγκάρντ, αλλά μήπως έχει πολύ άδικο για το ότι δεν πληρώνουμε φόρους; Και δεν μιλάμε για μεγαλοφοροφυγάδες μόνο σε μια χώρα που καλώς ή κακώς οι μεγάλες εταιρείες δεν φοροδιαφεύγουν. Μιλάμε για τον «αγανακτισμένο» κηπουρό που ουδέποτε έδωσε απόδειξη και τον εστιάτορα στα νησιά που δίνει ένα χαρτί με το περίφημο «κλάσμα»: τόσα με απόδειξη, τόσα χωρίς. Ολα αυτά δεν είναι βαθιές παθογένειες της δικής μας κοινωνίας; Ο ελληνικός λαός έχει υποφέρει και δοκιμάζεται σκληρά. Οσοι όμως τον οδηγούν στη γλυκειά παρακμή της θυματοποίησης και της αίσθησης πως «όλοι τον κυνηγάνε», δεν προσφέρουν στην υπόθεση της επιβίωσης ενός ιστορικού έθνους. Για να πάμε μπροστά πρέπει να διορθώσουμε τα δικά μας λάθη, να πείσουμε ότι είμαστε αξιόπιστοι ως κράτος και ως χώρα και μετά να διεκδικήσουμε με απεριόριστο τσαμπουκά ό,τι χρειάζεται για να σταθούμε στα πόδια μας

Πηγή : kathimerini.gr

Είμαστε οι Οθωμανοί

Του Κώστα Γιαννακίδη για το protagon.gr

Στις 29 Μαϊου του 1453 ο Σουλτάνος Μεχμέτ Β”, ο επονομαζόμενος και Πορθητής, εισήλθε έφιππος στην Κωνσταντινούπολη. Ώρες νωρίτερα, οι στρατιώτες του είχαν σπάσει την αμυντική γραμμή των Ρωμαίων, διαθέτοντας βοήθεια από την άλλη πλευρά των τειχών. Tο μάνταλο δεν σηκώθηκε από ένα χέρι, αλλά από ένα ολόκληρο ρεύμα ανθρώπων που επιθυμούσαν η πολιορκία να τελειώσει το συντομότερο δυνατό, προκειμένου να σώσουν το κεφάλι και, κυρίως, την ορθόδοξη ψυχή τους. Οι ίδιοι κρέμασαν στα σπίτια τους σημαίες, έτσι ώστε οι κατακτητές να γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται. Στην εθνικά ορθή αφήγηση, τα σημάδια τοποθετήθηκαν από τους Οθωμανούς στρατιώτες, έτσι ώστε να δηλώσουν στους συναδέλφους τους ότι η κατοικία είχε ήδη λεηλατηθεί.

Ασφαλώς δεν είναι η μοναδική αλλοίωση που εσκεμμένα επιβάλλεται στην αλήθεια. Αν η Άλωση της Πόλης είναι η ιστορική κοιτίδα του σύγχρονου ελληνισμού, τότε η διήγηση της εκτυλίσσεται μέσα από σαφείς παραδοχές, αμήχανες τροποποιήσεις και βολικές παραλείψεις. Η εθνική μας ιστοριογραφία εμφανίζει το «γένος» να αντιστέκεται στον πολιορκητή και να γονατίζει μόνο όταν το χέρι του Εφιάλτη, εκείνο που έδειξε το δρόμο στις Θερμοπύλες, απασφάλισε την Κερκόπορτα. Αυτό που ηθελημένα προσπαθούμε να ξεχάσουμε είναι ο εσωτερικός σπαραγμός, η σύγκρουση μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών, η διαμάχη ανάμεσα σε εκείνους που πίστευαν ότι η σωτηρία της Πόλης θα έρθει από τη Δύση και σε εκείνους που προτιμούσαν να διασώσουν την ορθόδοξη πίστη τους. Η πολιτική αριστοκρατία εκχώρησε τη θρησκευτική ηγεμονία στο Βατικανό, γνωρίζοντας ότι η Πόλη πρέπει να ενσωματωθεί στη Δύση για να επιβιώσει. Και η θρησκευτική ηγεσία, μπροστά στον κίνδυνο της έκπτωσης, ξεσήκωσε το ποίμνιο υπέρ Θεού και εναντίον αρχόντων. Δεν ήταν δύσκολο. Η μνήμη από τις Σταυροφορίες έκαιγε με τα καντήλια της Αγίας Σοφίας. Η Ευρώπη είχε λεηλατήσει την Πόλη και τώρα, δια της Ένωσης των Εκκλησιών, έπνιγε την ορθόδοξη πίστη. Οι Παλαιολόγοι έβλεπαν προς τη Δύση. Οι υπήκοοι τους έβλεπαν προς τα καμπαναριά των εκκλησιών.

Ο Λουκάς Νοταράς, Μέγας Λογοθέτης (ας πούμε πρωθυπουργός), είχε διαλέξει στρατόπεδο, όταν εκστόμισε το «καλύτερα το σαρίκι του σουλτάνου, παρά η τιάρα του Πάπα.» Υποτίθεται ότι εξέφραζε την επιμονή στη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης και όλων εκείνων των ιδιαιτεροτήτων που καθορίζουν την απόσταση της Ανατολής από τη Δύση. Εξέφραζε και κάτι άλλο: την ανάγκη ενός συστήματος εξουσίας να διατηρήσει την ισχύ του, συναλλασσόμενο με το νέο πόλο δύναμης. Δεν ήταν λίγοι οι κληρικοί και οι μοναχοί που, τις ημέρες της πολιορκίας, διέφυγαν στις γραμμές των Οθωμανών. Και μία από τις πρώτες πράξεις του σουλτάνου ήταν η ανάρρηση στον πατριαρχικό θρόνο του ανθενωτικού Γενάδιου Σχολάριου – στην είσοδο του Πατριαρχείου βρίσκεται και η σχετική τοιχογραφία, με τον σουλτάνο να επιδίδει τα προνόμια στον Πατριάρχη. Στον Λουκά Νοταρά δεν έδωσε τίποτα. Του πήρε. Το κεφάλι.

Κανένας δεν μπορεί να υποθέσει ποια θα ήταν η εξέλιξη των πραγμάτων αν η Δύση έστελνε τελικά βοήθεια και χτυπούσε τους Οθωμανούς. Αν τους απωθούσε, ο καθολικισμός ίσως ενσωμάτωνε την ορθοδοξία και η πολιτιστική ταυτότητα της Δύσης θα έφτανε ως το Βόσπορο. Η βοήθεια δεν ήρθε και, όπως αποδείχθηκε, η διαμάχη ενωτικών-ανθενωτικών ήταν χωρίς ιστορικό αντίκρισμα. Ήταν μάταιη. Όμως το αποτύπωμα της διακρίνεται ακόμα στη συλλογική συνείδηση αυτού που ονομάζουμε «γένος». Η καχυποψία απέναντι στη Δύση, η οχύρωση πίσω από πολιτιστικές ιδιαιτερότητες, η αντιπαλότητα προς την άλλη πλευρά του νομίσματος, είναι χαρακτηριστικά που διέσχισαν τους αιώνες και εν μέρει εκδηλώνονται ακόμα και σήμερα. Το γένος έχει προσαρμόσει την εσωτερική διαμάχη του στα δεδομένα της εποχής. Η Ευρώπη είναι εκεί, βλέπει. Και οι Οθωμανοί; Φοβούμαι ότι αυτή τη φορά εμείς είμαστε και οι Οθωμανοί.

Πηγή : protagon.gr

Και μετά;

Γράφει ο Παύλος Τσίμας για το protagon.gr

Στην αρχή ήταν σχεδόν διασκεδαστικό. Οι πρώτες, μετεκλογικές τηλε- αντιδικίες των εκπροσώπων του μεγεθυμένου ΣΥΡΙΖΑ με τις παλιές καραβάνες της συρρικνωμένης πασοκονεοδημοκρατίας θύμιζαν κάτι από τηλεοπτικό σίριαλ. Θυμάστε το «λατρεμένοι μου γείτονες», όπου η πολυπληθής οικογένεια ενός νεόπλουτου μανάβη από την Κοκκινιά είχε μετακομίσει στα β.π., σε μια μεζονέτα δίπλα στους κάπως (ελάχιστα) παλαιότερα πλούσιους γείτονες; Κάπως έτσι.
Αλλά δεν είναι πια διασκεδαστικό.

Ακούσατε τις δηλώσεις των αρχηγών αυτό το Σαββατοκύριακο; Είναι σαν ο προεκλογικός λόγος να έχει μπει στην πρίζα. Σαν να ακούς επαγγελματίες πυγμάχους να κάνουν δηλώσεις πριν ανεβούν στο ριγκ. Σαν τα εκλογικά τρέιλερ να αναγγέλλουν ένα σίκουελ του πολέμου των άστρων, όπου οι λευκοί ιππότες θα αναμετρηθούν ξανά με την σκοτεινή δύναμη. Σαν να ξαναζούμε εκείνες τις παλιές εκλογές (οι νεότεροι protagonistes ούτε που θα τις θυμούνται) όπου οι αντίπαλοι παρίσταναν ότι αντιμάχεται το φως με το σκοτάδι.

Από τη μία πλευρά, τα πράγματα μοιάζουν πεντακάθαρα. Ο Σαμαράς (προσέξατε ότι χρησιμοποιεί πότε-πότε τον όρο «συναγερμός», ανασύροντας τον Παπάγο από τα βάθη της δεκαετίας του 50;) επιχειρεί να συσπειρώσει όσους νιώθουν ότι έχουν ακόμη κάτι να χάσουν, για κάτι να φοβούνται μην τους συμβεί. Και χρησιμοποιεί ως σημαία συσπείρωσης τον φόβο. Τον φόβο απέναντι σε ένα φάντασμα νέου «κομουνιστικού κινδύνου». Τον φόβο της δραχμής. Τον φόβο, που δαγκώνει τα σωθικά και παραλύει την σκέψη.

Αλλά ο Τσίπρας; Γιατί ανεβάζει τους τόνους ο Τσίπρας; Γιατί κάνει τις επιθέσεις του όλο και πιο σκληρές, όλο και πιο «επί προσωπικού», όλο και πιο «ηθικά» φορτισμένες με τετριμμένες υπομνήσεις σκανδάλων; Και γιατί καταφεύγει σε ρητορικά και συμβολικά σχήματα, που κάποτε η αριστερά σιχαινόταν, αλλά ο παραδοσιακός ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ είναι εξασκημένος να αναγνωρίζει ως οικεία; Μια εξήγηση είναι πως έτσι αμύνεται απέναντι σε επιθέσεις, που πράγματι υπερβαίνουν τα εσκαμμένα και μυρίζουν υστερία. Μια εξήγηση είναι, επίσης, ότι έτσι συσπειρώνει όσους αφήνει απέξω η αντί-συσπείρωση του φόβου, όσους ψηφίζουν με την λογική «γαία πυρί μιχθήτω». Αλλά υποψιάζομαι ότι μπορεί να υπάρχει μια ακόμη εξήγηση: ότι, έτσι, καίει εκ των προτέρων όλες τις γέφυρες, ώστε να μην βρεθεί, στις 18 Ιουνίου, στην θέση που βρέθηκε στις 7 Μαϊου, να πιέζεται για συμμετοχή σε κάποια μορφή εθνικοενωτικής κυβέρνησης.

Δεν παίρνω όρκο για τις σκοπιμότητες. Αλλά αυτό το καθημερινό κούρδισμα της πόλωσης και από τις δύο πλευρές αρχίζει να γίνεται πολύ επικίνδυνο για να είναι πια διασκεδαστικό ή, έστω, ανεκτό.

Γιατί η 18η Ιουνίου θα ξημερώσει, με το hangover της εκλογικής πόλωσης, σε μια χώρα με αρνητικά ταμειακά διαθέσιμα, με μια οικονομία (συμπεριλαμβανομένου του μέχρι πέρυσι υγιούς τουριστικού της τομέα) κλινικά νεκρή, που θα πρέπει να διαπραγματευθεί ξανά, εξ αρχής, το μέλλον της και, για να το κάνει, θα πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο, άμεσης εφαρμογής σχέδιο μεταρρύθμισης του κράτους και παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας, που ως τώρα, στα δύο χρόνια της συμφοράς, κανείς δεν έχει βάλει στο τραπέζι.

Και στους καναπέδες των διερευνητικών εντολών θα συναντιούνται, τσακωμένοι, από τη μια εκείνοι που ορκίζονται ότι θα μας κρατήσουν στην Ευρώπη (αλλά δεν έχουν δώσει κανένα σημάδι πως άλλαξαν κάτι από τα κουσούρια τους, που μας οδήγησαν με το ένα πόδι εκτός Ευρώπης) κι από την άλλη εκείνοι που ορκίζονται ότι θα μας σώσουν, αδαπάνως και ακινδύνως, από την λιτότητα του μνημονίου (αλλά δεν έχουν δώσει κανένα σημάδι ρεαλιστικού σχεδίου που να κάνει τον όρκο τους πιστευτό). Χωρίς, στο μεταξύ, να τους έχουμε βάλει να κουβεντιάσουν. Συγκεκριμένα, επί συγκεκριμένων…

Πηγή : protagon.gr