Θέλουν πραγματικά τα κόμματα την κυβέρνηση Παπαδήμου;

Άρθρο – Γνώμη του Αντώνη Καρακούση για το “ΒΗΜΑ”

Η κατάσταση της χώρας παραμένει απολύτως κρίσιμη παρά τις ανάσες που προσέφερε η συγκρότηση της κυβέρνησης Παπαδήμου και η έγκριση χορήγησης της έκτης δόσης.

Τα γεγονότα του περασμένου Νοεμβρίου, όλη εκείνη η απόπειρα δημοψηφίσματος, απεδείχθησαν απολύτως ζημιογόνα και άφησαν βαριά σκιά στο σώμα της χώρας. Και οι συνέπειες επίσης ήταν μεγάλες.
Η διαρροή καταθέσεων στο δίμηνο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου υπήρξε σημαντική και επέτεινε τα προβλήματα ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας, καθώς οι Τράπεζες έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν προκειμένου να καλύψουν τις απαιτήσεις των πελατών τους σε μετρητά και σχεδόν διέκοψαν κάθε άλλη χρηματοδοτική δραστηριότητα.
Αυτή τη στιγμή, τόσο ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας, αντιμετωπίζουν οξύ ταμιακό πρόβλημα και προφανώς η έκτη δόση δεν επαρκεί ούτε για τα βασικά.
Οι συντάξεις του Δεκεμβρίου εξασφαλίσθηκαν με τα μαγικά που έκαναν οι επιτελείς του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, αλλά είναι σαφές ότι από τον Ιανουάριο τα ταμειακά προβλήματα θα γενικευθούν καθώς η οικονομία σταδιακά στεγνώνει και ως γνωστόν στην Ελλάδα τον χειμώνα δεν υπάρχουν πολλές πηγές εισροής εσόδων.
Επιπλέον είναι γνωστό πως η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών τείνει προς εξάντληση και οι επιχειρήσεις, όπως είπαμε, προσπαθούν να καλύψουν πάση θυσία τις λειτουργικές δαπάνες τους, μεταφέροντας στον χρόνο τις όποιες υποχρεώσεις, φορολογικές και άλλες, προς το κράτος.
Χωρίς περιστροφές, χρήματα δεν υπάρχουν, τα ταμεία (τα κάθε λογής ταμεία, δημόσια και ιδιωτικά) αδειάζουν και οι περισσότεροι της πολιτικής ζουν στον κόσμο τους: παλεύουν άλλοι για τη θέση του Παπανδρέου και άλλοι για την εξουσία του Σαμαρά, μη αντιλαμβανόμενοι πως η εξουσία στις σημερινές συνθήκες είναι πουκάμισο αδειανό, χωρίς καν πλανεύτρα Ελένη.
Εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι τα κόμματα κατέληξαν στη λύση Παπαδήμου με το ζόρι, επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Είχαν και έχουν το μυαλό τους στις εκλογές, παραβλέποντας όλα τα άλλα ή καλύτερα αδυνατώντας να προσεγγίσουν πόσο βαρύ και μεγάλο είναι το πρόβλημα της χώρας.
Το δυστύχημα είναι ότι σε αυτό το ιδιαίτερα δυσμενές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον εξελίσσονται οι διαπραγματεύσεις με τους διεθνείς πιστωτές για τη ρύθμιση των χρεών μας και με την τρόικα για το οικονομικό πρόγραμμα που θα τη συνοδεύει.
Προφανώς η θέση του πρωθυπουργού κ. Λ. Παπαδήμου δεν είναι η καλύτερη. Διαπραγματεύεται για την τύχη της χώρας με όλα τα μέτωπα ανοιχτά και με τους περισσότερους των υπουργών της κυβέρνησης να ετεροαπασχολούνται, να μην είναι προσηλωμένοι στο έργο τους.
Αυτή η κατάσταση μετά βεβαιότητος δεν πάει μακριά.
Η χώρα αν συνεχίσει έτσι θα βρεθεί σύντομα ξανά μπροστά σε αδιέξοδο. Και υποθέτουμε ότι όλοι γνωρίζουν πως οι εταίροι μας δεν πρόκειται να προσφέρουν άλλη ευκαιρία και ούτε θα πολυσκεφθούν αυτή τη φορά. Θα μας αφήσουν ακάλυπτους και θα μας δείξουν την πόρτα της εξόδου.
Υπό αυτή την έννοια, τα παιγνίδια της πολιτικής δεν έχουν θέση στο παρόν περιβάλλον. Τα κόμματα που συμμετέχουν στην κυβέρνηση ή θα προσφέρουν πραγματική βοήθεια στην κυβέρνηση Παπαδήμου ή θα πρέπει να προετοιμάζονται για άλλα πράγματα.
Εδώ που έχουμε φθάσει, η θέση της Αριστεράς, που αρνείται τα πάντα και διεκδικεί έξοδο από το ευρώ μοιάζει πιο έντιμη, από την μεσοβέζικη στάση των αστικών κομμάτων τα οποία υπερασπίζονται μεν την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη, αλλά δεν αναλαμβάνουν πλήρως το κόστος αυτής της επιλογής.
Με άλλα λόγια, αν τα κόμματα που συγκυβερνούν δεν αποφασίσουν τι πραγματικά θέλουν για τη χώρα και δεν αναλάβουν πραγματικά πανεθνική δράση για τη διάσωσή της, οι εξελίξεις σύντομα, στο πρώτο δίμηνο του νέου έτους, θα είναι ραγδαίες.

Και τότε δεν θα αρκεί κανείς Παπαδήμος με όποια αξιοπιστία και όποιες δυνάμεις διαθέτει να τη σώσει.

Πηγή : tovima.gr

Συμπαιγνία και συνενοχή

Άρθρο – Γνώμη του Άγγελου Αθανασόπουλου για το “ΒΗΜΑ”

Υπάρχουν κάποιες φορές που ό,τι και να πει κανείς χάνει τη σημασία του. Δεν επαρκεί για να εκφράσει αυτό που αισθάνεται.
 Αυτό ισχύει στην περίπτωση των 117 βουλευτών, νυν και πρώην, που ζητούν αναδρομικά ως και 250.000 ευρώ έκαστος διότι λένε πρέπει να πάρουν αυξήσεις ίσες με εκείνες των δικαστών.
Άνθρωποι μειωμένης ευαισθησίας, πολλές φορές και ικανοτήτων οι περισσότεροι, δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν πόσο λάθος, πόσο εκτός πραγματικότητας είναι η απαίτησή τους αυτή. Το χειρότερο είναι ότι πιθανότατα θα βρεθούν δικαστικοί που θα τους δικαιώσουν, μόνο και μόνο για να μη χάσουν μελλοντικά τα δικά τους… αναδρομικά.
Δεν είναι μόνο ότι η στιγμή είναι άκαιρη, όταν η πλειοψηφία των συμπολιτών τους πλήττεται από τη σοβούσα κρίση και βλέπει τα εισοδήματά της να καταβαραθρώνονται.
Είναι κυρίως το ζήτημα της συμπαιγνίας που πονάει. Ο κόσμος βλέπει, αλλά επειδή πιέζεται δεν μιλάει. Αποφεύγει να εκφράσει την οργή του.
Μία οργή που ξεχειλίζει όταν στελέχη κομμάτων και κυβερνήσεων που επί χρόνια ασελγούσαν επί του κρατικού κορβανά, που βόλευαν κολλητούς και ημετέρους στον – υποτιθέμενο – «Ναό της Δημοκρατίας» (ναι, στη Βουλή αναφερόμαστε), που μέσα από πολυπλόκαμα δίκτυα offshore εταιρειών διοχέτευαν μίζες και δωράκια, που είδαν το όνομά τους να πρωταγωνιστεί σε σειρά σκανδάλων (πράσινων και γαλάζιων), που δεν άφησαν καμία παρακαταθήκη από τα υπουργεία στα οποία πέρασαν, γυρεύουν τώρα και άλλα χρήματα για τα… γεράματά τους.
Το ερώτημα είναι αν οι νεότεροι συνάδελφοί τους, που τόσο ενδιαφέρον δείχνουν για τις εξελίξεις στα εσωκομματικά τους με επιστολές και ίντριγκες, θα καταλάβουν ότι πρέπει να δώσουν το παράδειγμα της αλλαγής συμπεριφοράς.
Αν σιωπήσουν, τότε θα είναι ηθικά συνένοχοι. Θα μοιάζει σαν να βάζουν πλάτη για να κάνουν τα ίδια και εκείνοι στο μέλλον – μόλις ανοίξει κάποιο παραθυράκι. Θα επιβεβαιώσουν την άποψη ότι «όλοι εκεί μέσα στη Βουλή τα κάνουν πλακάκια μόνο όταν τους συμφέρει, για την τσέπη τους». Και ξέρουμε όλοι ποια λέξη θα αρχίσει και πάλι ηχηρά να ακούγεται για τη Βουλή… Ναι, εκείνη που αρχίζει με το γράμμα «μ»…  
Πηγή : tovima.gr

Χαμένοι στον λαβύρινθο του Δημοσίου

Άρθρο του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου για το “ΕΘΝΟΣ”

Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ένα από τα μεσημεριανά πολιτικοδημοσιογραφικά στέκια της Αθήνας ήταν το εστιατόριο «Κεντρικό» στη Σταδίου, 100 μέτρα από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Ανάμεσα στους συχνότερους θαμώνες του ήταν ο νεαρός τότε Ανδρέας Ανδριανόπουλος. Μέχρι που κάποια μέρα ορκίστηκε υφυπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών και από την επομένη κιόλας άρχισε να καταγράφει απουσίες.

Πέρασε κάπου ένας μήνας, είχαμε πεισθεί πια ότι θα είχε αλλάξει στέκι, όταν κάποια μέρα ξανάκανε την εμφάνισή του. Κι όταν τον ρωτήσαμε γιατί είχε εξαφανιστεί, μας απάντησε ότι όλο αυτόν τον μήνα ενημερωνόταν για τα θέματα της αρμοδιότητάς του και μελετούσε τη νομοθεσία των ασφαλιστικών ταμείων, για την οποία, όμως, κάποια στιγμή πληροφορήθηκε ότι δεν ίσχυε πια γιατί πολλές, ίσως οι περισσότερες, διατάξεις της, είχαν τροποποιηθεί κατά καιρούς με εμβόλιμες τροπολογίες σε άσχετα νομοσχέδια.

Θυμήθηκα το περιστατικό αυτό γιατί διαβάζοντας προχθές στο «Εθνος» το ρεπορτάζ για την έκθεση του ΟΟΣΑ σχετικά με τη δημόσια διοίκηση στάθηκα σε μία παράγραφο: «Οι ειδικοί επιστήμονες του ΟΟΣΑ διαπίστωσαν ότι τα τελευταία 15 χρόνια εκδόθηκαν σχεδόν 17.000 νόμοι, προεδρικά και υπουργικά διατάγματα αλλαγής αρμοδιοτήτων. Ενας υπουργός με μεγάλη εμπειρία σε διαφορετικά υπουργεία δήλωσε μάλιστα ότι χρειαζόταν κάθε φορά πάνω από έναν χρόνο για να βρει άκρη στα νέα του καθήκοντα».

Τριάντα πέντε χρόνια χωρίζουν αυτά τα δύο περιστατικά. Δείχνουν πως τίποτα δεν άλλαξε. Δυστυχώς δεν είναι έτσι. Εκείνο που προκύπτει από το σύνολο της έκθεσης είναι ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά. Καταντήσαμε να έχουμε μια δημόσια διοίκηση που αποτελεί αξεπέραστο εμπόδιο για την προώθηση της όποιας μεταρρύθμισης και που είναι από δύσκολο μέχρι αδύνατον να αναμορφωθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Κι εκείνο που επίσης προκύπτει από την έκθεση είναι πως ούτε τυχαία φτάσαμε στη σημερινή μας κατάντια, ούτε ανεξήγητο είναι που δεν μπορούμε να χτυπήσουμε τη φοροδιαφυγή, ούτε θα πρέπει να μας ξενίζει που δεν είμαστε ικανοί να τηρήσουμε τα μνημόνια και τις δεσμεύσεις μας, αλλά ούτε και θα πρέπει να ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι τα όσα κάναμε ή δεν κάναμε επί δεκαετίες θα μπορούσαν να διορθωθούν μέσα σ’ ένα ή δύο χρόνια.

Πηγή : ethnos.gr

Όλοι οι Γκόρντον Γκέκο των Ρεπουμπλικάνων

Άρθρο – Γνώμη του Paul Krugman


ΤΟ ΒΗΜΑ/ The New York Times 
Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα έχει περάσει από την κυκλοφορία της ταινίας «Wall Street», αλλά το φιλμ μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρο παρά ποτέ. Τα φαρισαϊκά «κατεβατά» των μεγιστάνων του χρηματιστηρίου που αποκηρύσσουν τον πρόεδρο Ομπάμα μπορούν όλα να διαβαστούν σαν παραλλαγές της περίφημης ομιλίας του «πρωταγωνιστή» της ταινίας, Γκόρντον Γκέκο, που έλεγε πως η «απληστία είναι καλό πράγμα» – ενώ τα παράπονα του κινήματος «Καταλάβετε την Wall Street» θυμίζουν άλλες ατάκες του Γκέκο: «Δεν δημιουργώ τίποτα. Αποκτώ», λέει σε ένα σημείο. Σε ένα άλλο, ρωτά τον προστατευόμενο του: «Τώρα δεν είσαι πια τόσο αφελής ώστε να νομίζεις ότι ζεις σε μια δημοκρατία, έτσι δεν είναι, φιλαράκο»;
Εκ των υστέρων όμως, μπορεί κανείς να δει ότι η ταινία «έχανε» λίγο στο τέλος της. Κλείνει με τον Γκέκο να πληρώνει τα αμαρτήματα του, και την δικαιοσύνη να αποδίδεται χάρη στην επιμέλεια της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Securities and Exchange Commission. Στην πραγματικότητα, η χρηματοπιστωτική βιομηχανία συνέχισε να αποκτά όλο και μεγαλύτερη ισχύ, ενώ οι ελεγκτές της εξουδετερώθηκαν.
Και, σύμφωνα με τις προβλέψεις της οργάνωσης Intrade, υπάρχουν 45% πιθανότητες ένας πραγματικός Γκόρντον Γκέκο να πάρει το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων για τις προεδρικές εκλογές.
Δεν είμαι φυσικά ο πρώτος άνθρωπος που παρατηρεί τις ομοιότητες ανάμεσα στην επιχειρηματική σταδιοδρομία του Μιτ Ρόμνι και τις φανταστικές περιπέτειες του αντιήρωα της ταινίας του Ολιβερ Στόουν. Στην πραγματικότητα, η φίλο-εργατική οργάνωση «Americans United for Change» ήδη τον αποκαλεί «Ρόμνι – Γκέκο» σε μια διαφημιστική καμπάνια της. Αλλά το ζήτημα εδώ είναι σοβαρότερο από μια μικροεπίθεση σε βάρος του κ.Ρομνι.
Κι αυτό γιατί το τρέχον ορθόδοξο «δόγμα» μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων είναι πως δεν πρέπει ούτε καν να επικρίνουμε τους πλούσιους, πόσο μάλλον να απαιτούμε από αυτούς να πληρώνουν περισσότερους φόρους, επειδή λέει «δημιουργούν θέσεις εργασίας». Ωστόσο, το γεγονός είναι πως αρκετοί από τους σημερινούς πλούσιους απέκτησαν τις περιουσίες τους καταστρέφοντας και όχι δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Και η επιχειρηματική ιστορία του κ. Ρόμνι προσφέρει ένα άριστο παράδειγμα αυτού του φαινομένου.
Οι Los Angeles Times πρόσφατα μελέτησαν τα αρχεία της Bain Capital, της ιδιωτικής χρηματιστηριακής εταιρείας που ο κ.Ρόμνι διοικούσε από το 1984 ως το 1999. Όπως σημειώνει το ρεπορτάζ, ο κ.Ρόμνι έβγαλε πολλά λεφτά εκείνα τα χρόνια, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους επενδυτές. Το έκανε όμως με τρόπο που συχνά έπληττε τους απλούς εργαζόμενους.
Η Bain εξειδικευόταν σε εξαγορές μέσω μόχλευσης, δηλαδή την απόκτηση του ελέγχου εταιρειών με δανεικά χρήματα, τα οποία αποκτούσε με «ενέχυρο» τα κέρδη ή τα περιουσιακά στοιχεία των ίδιων των «στόχων». Η κεντρική ιδέα ήταν να αυξήσει κανείς έτσι την κερδοφορία των εταιρειών αυτών, και μετά να τις ξαναπουλήσει.
Πως όμως θα αυξάνονταν τα κέρδη; Η λαϊκή αντίληψη για το θέμα – για την οποία εν μέρει ευθύνεται και ο Ολιβερ Στόουν – είναι ότι αυτές τις εξαγορές ακολουθούσε ανηλεής περικοπή δαπανών, συνήθως σε βάρος των εργαζομένων που είτε έχαναν τις δουλειές τους είτε έβλεπαν τους μισθούς και τα επιδόματα τους να πετσοκόβονται. Και, ενώ η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη από αυτή την εικόνα – κάποιες εταιρείες επεκτάθηκαν και έκαναν προσλήψεις μετά από μια τέτοια εξαγορά – περιλαμβάνει σοβαρό μερίδιο αλήθειας.
Έτσι, ο κ.Ρόμνι έκανε την περιουσία του σε έναν κλάδο που, σε γενικές γραμμές, σχετίζεται περισσότερο με την καταστροφή θέσεων εργασίας παρά με την δημιουργία τους. Και επειδή η καταστροφή θέσεων εργασίας πλήττει τους εργαζόμενους ακόμη και αν αυξάνει τα κέρδη και τα εισοδήματα των κορυφαίων στελεχών, οι εταιρείες μοχλευμένων εξαγορών συνέβαλαν στον συνδυασμό «παγωμένων» μισθών για τους κάτω και εξωφρενικά υψηλών αμοιβών για τους πάνω, που χαρακτηρίζει την Αμερική από το 1980 και μετά.
Επί των ημερών του κ.Ρόμνι, η Bain φαίνεται πως υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή με τους εργαζομένους, δεδομένου ότι τέσσερις από τις δέκα κορυφαίες εταιρείες- στόχοι της κατέληξαν στην πτώχευση – έστω κι αν η Bain έβγαλε κέρδη σε τρεις από αυτές τις περιπτώσεις. Αυτό είναι πολύ υψηλό ποσοστό αποτυχίας για τον συγκεκριμένο τομέα – και όταν οι «στόχοι» βούλιαξαν, πολλοί εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους, τις συντάξεις τους ή και τα δύο.
Τι μας διδάσκει αυτή η ιστορία; Όχι, δεν μας διδάσκει ότι ο επιχειρηματίας Μιτ Ρομνι υπήρξε «κακός». Αντίθετα με τα όσα υποστηρίζουν οι συντηρητικοί, οι προοδευτικοί δεν έχουν ως αυτοσκοπό τη δαιμονοποίηση η την τιμωρία των πλουσίων. Αλλά διαφωνούν με τις προσπάθειες της δεξιάς να κάνει το αντίθετο, δηλαδή να αγιοποιήσει τους πλουσίους και να τους απαλλάξει από τις θυσίες που όλοι οι άλλοι πρέπει να κάνουν.
Η αλήθεια είναι πως ότι είναι καλό για το 1%, ή ακόμη καλύτερα για το 0,1%, δεν είναι απαραίτητα καλό για την υπόλοιπη Αμερική – και η καριέρα του κ.Ρόμνι αποτελεί την καλύτερη απόδειξη. Δεν υπάρχει λόγος, λοιπόν, να μισεί κανείς τον κ.Ρόμνι και άλλους σαν κι αυτόν. Πρέπει ωστόσο να αναγκάσουμε τέτοιους ανθρώπους να πληρώνουν περισσότερους φόρους, και να μην επιτρέπουμε σε μύθους περί «δημιουργών εργασίας» να μας εμποδίσουν.

Πηγή : tovima.gr