Φοβίες

Γράφει ο Δημήτρης Μητρόπουλος για τα ΝΕΑ

«ΠΟΙΟΣ φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» ρωτούσε ο Εντουαρντ Αλμπι στο πιο διάσημο θεατρικό του. Το ερώτημα δεν είχε πραγματική σχέση με τη βρετανίδα συγγραφέα. Αποτελούσε ειρωνικό σχόλιο στον αλληλοσπαραγμό ενός ζευγαριού επί σκηνής.
ΚΑΘΩΣ ξημερώνει μια δεύτερη μετεκλογική Δευτέρα σε οκτώ εβδομάδες, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί με ανάλογο τρόπο: «Ποιος φοβάται τον ΣΥΡΙΖΑ;». Ετσι λέγεται το έργο που βλέπουμε.

ΕΡΩΤΗΜΑ: Βγαίνει η κοινοβουλευτική αριθμητική; Βγαίνει. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ αθροίζουν πάνω από 160 βουλευτές. Ετερο ερώτημα: Αποτυπώνει το αποτέλεσμα μια κοινωνική πλειοψηφία; ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ – τρεις δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλευρωπαϊκές – αθροίζουν ένα ποσοστό κοντά στο 45%. Από το 1974 η Ελλάδα έχει κυβερνηθεί και με μικρότερο ποσοστό, και μάλιστα από ένα κόμμα. Αρα τρία κόμματα – που αντανακλούν ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό κόμμα – φθάνουν και περισσεύουν.

ΠΑΡ’ ΟΛΑ αυτά, ένας μόνο πολιτικός αρχηγός θέλει να κυβερνήσει. Είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Οι άλλοι θέλουν και τον ΣΥΡΙΖΑ. Με άλλοθι ότι και το κόμμα του Τσίπρα δηλώνει πως επιθυμεί την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Ωστόσο είναι προφανές ότι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καμία σχέση με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Και ότι αυτοί που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ είναι σε γραμμή ρήξης με τις πολιτικές του Μνημονίου. Εδώ δεν παίζουμε με τις λέξεις. Παίζουμε με τη μοίρα της χώρας. Το ένα τρίτο – αν αθροίσει κανείς και το ΚΚΕ – των ψηφοφόρων είναι διατεθειμένο να πάει τη διαπραγμάτευση με την Ευρώπη στα άκρα, ό,τι συνέπειες και αν έχει αυτό.

ΜΕ απλά λόγια, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε οι ψηφοφόροι του μπορούν να ενσωματωθούν στη λογική μια κυβέρνησης συνευθύνης – όπως την ορίζει ο γλωσσοπλάστης Ευάγγελος Βενιζέλος. Το θέμα είναι αν οι υπόλοιποι θα σταματήσουν να κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους. Είναι προφανές ότι η χώρα είναι κομμένη στα δύο. Και ότι οι δυνάμεις που πιστεύουν στο ευρωπαϊκό πεπρωμένο της χώρας θα πρέπει να συγκροτήσουν μια κυβέρνηση που τα επόμενα δύο χρόνια θα περάσει δύσκολα. Γιατί στη Βουλή, στο πεζοδρόμιο και στα πλατό της τηλεδημοκρατίας θα συναντήσει την ισχυρή αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή θα πρέπει να καμφθεί με πολιτικούς όρους. Αλλά και να αποτελέσει ισχυρό επιχείρημα της κυβέρνησης των Αθηνών απέναντι στους ξένους εταίρους μας για την παράταση ή, κατά το δυνατόν, την αναθεώρηση του Μνημονίου, αλλά και για ένα γενναίο νέο πακέτο χρημάτων ώστε να ξαναπάρει μπροστά η χώρα.

ΑΝ η εμμονή να μπει ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση υποκρύπτει μικροπολιτικό υπολογισμό, τότε κλάψ’ τα, Χαράλαμπε. Το να ζητάνε Βενιζέλος και Κουβέλης μετά την 6η Μαΐου να μπει ο Τσίπρας στην κυβέρνηση οδήγησε στις εκλογές της 17ης Ιουνίου. ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ μίκρυναν, ο ΣΥΡΙΖΑ γιγαντώθηκε. Μπορεί κανείς να υποθέσει τι θα γίνει αν πάμε σε τρίτες εκλογές. Το αίτημα να συμμετάσχει ο ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικό σχήμα θα μπορούσε να εκφράζει έναν φόβο διακυβέρνησης. Αλλοι φοβούνται τα ύψη και άλλοι το σκοτάδι. Μήπως ΔΗΜΑΡ και ΠΑΣΟΚ φοβούνται να αναλάβουν τις τύχες της χώρας;
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Πλειοψηφία βρήκαμε. Αρχηγούς ψάχνουμε. Εκτός αν πρόκειται για ελιγμό – δηλαδή για πολιτικό θέατρο που θα έχει κατάληξη ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Πηγή : tanea.gr

Η ψήφος των Ελλήνων

Γράφει ο Αντώνης Καρακούσης για το “ΒΗΜΑ”

Οι Έλληνες, εν γνώση τους, επέλεξαν τον λιγότερο επισφαλή δρόμο.

Δήλωσαν με την ψήφο τους ότι δεν είναι διατεθειμένοι να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

Και έκαναν αυτή την επιλογή έχοντας πλήρη συναίσθηση του κόστους και του βάρους της.

Γοητεύθηκαν,είναι αλήθεια,από τον διεγερτικό λόγο του κ.Τσίπρα, ταλαντεύθηκαν αρκετά, αλλά εντέλει δεν πίστεψαν στο άλμα μαζί του.

Ίσως το έκριναν επικίνδυνο ή απλά μη επαρκώς προπαρασκευασμένο.

Όπως και να έχει απέφυγαν τη διακινδύνευση. Ήταν και τα γεγονότα των τελευταίων προεκλογικών ημερών, που καθιστούσαν την επιλογή επισφαλή.Οι μαζικές αναλήψεις καταθέσεων, η μαζική φυγή κεφαλαίων από τις ελληνικές Τράπεζες, έδειχναν ότι η απειλή δεν είναι φανταστική και κατασκευασμένη,αλλά πραγματική και ικανή να προκαλέσει το προαγγελλόμενο από πολλούς οικονομικό ατύχημα.

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου αποκλείει, επί του παρόντος τουλάχιστον, την αργεντινοποίηση της χώρας.

Κακά τα ψέματα, οι περισσότεροι των Ελλήνων ανακουφίστηκαν, ένοιωσαν ότι γλίτωσαν την μεγάλη περιπέτεια και απέτρεψαν την απειλή του αιφνίδιου θανάτου της ελληνικής οικονομίας.

Ουσιαστικά,οι ψηφοφόροι έδωσαν μια ακόμη ευκαιρία στις θεωρούμενες συστημικές δυνάμεις, προσέφεραν λίγο χρόνο ακόμη, δεν θέλουν να θυσιάσουν εν ριπή οφθαλμού το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Γνωρίζουν ότι αποκτήθηκε με κόπο και δεν είναι από αυτά που τα πετάει κανείς με την πρώτη δυσκολία. Δεν θέλουν οι Έλληνες να χάσουν την επαφή τους με την Ευρώπη και τους θεσμούς της. Ο κ.Τσίπρας και το κόμμα του υποτίμησαν αυτή την επιθυμία του ελληνικού λαού, δεν της έδωσαν τη δέουσα σημασία. Ωστόσο αυτή τελικώς όρισε την ψήφο τους. Και θα συνεχίσει να την ορίζει. Γεγονός που επιβάλλει επαναξιολόγηση της στάσης των λεγόμενων αντιμνημονιακών κομμάτων.Δεν θα εξελιχθούν ευθύγραμμα τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα, όπως πολλοί νομίζουν.

Η εκδοχή της πανίσχυρης αντιπολίτευσης την οποία περιέγραψε δεν εγγυάται κατ’ ανάγκην την πρόοδο του ΣΥΡΙΖΑ.

Όσοι νομίζουν ότι βρισκόμαστε στο 1977 και ότι ο κ.Τσίπρας βρήκε τον δρόμο για το δικό του 1981 λαθεύουν.

Ενδιάμεσα θα μεσολαβήσουν πολλά και ακόμη περισσότερα θα κριθούν στο μεσοδιάστημα.

Ο πολιτικός χρόνος έχει αποδειχθεί πυκνός στον καιρό της κρίσης και οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη.

Όπως μέχρι τώρα,έτσι κι από εδώ και πέρα η πορεία δεν θα ευθύγραμμη.

Πηγή : tovima.gr

Νεοσταλινικοί;

Αρθρογραφία το “ΒΗΜΑ”

Η Δημοκρατία είναι έννοια βαθιά.

Για να την υπηρετήσεις πρέπει να την πιστεύεις ολοκληρωτικά και όχι να την εφαρμόζεις αλά καρτ.

Απαιτεί σύστημα αξιών και αρχών, που είτε τις έχεις και τις τηρείς, είτε δεν τις έχεις και τις καταπατάς με την πρώτη ευκαιρία.

Η ανοχή στη διαφορετική άποψη, ο σεβασμός στον διάλογο, η καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται, συνιστούν βασικές αρχές των δημοκρατικών πεποιθήσεων.

Η Αριστερά έχει μακρά δημοκρατική παράδοση.

Όμως μακρά υπήρξε και η πάλη στο εσωτερικό της με τον σταλινισμό και τον αυταρχισμό του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», που αποτέλεσαν βάση φίμωσης, σπίλωσης και καταδίκης αγωνιστών και αγωνιστών.

Η διάθεση ποινικοποίησης κάθε αντίθετης άποψης που εκδηλώνουν ορισμένες εκδοχές της ελληνικής νεο – αριστεράς φανερώνει, αν μη τι άλλο, ότι οι επιρροές των σταλινικών παραδόσεων παραμένουν ισχυρές.

Είναι το αποτύπωμά τους τόσο βαθύ, που η όποια νεωτερικότητα δεν αρκεί για να το σβήσει.

Πηγή : tovima.gr

Τα όρια της ανοχής

Γράφει ο Ανδρέας Πετρουλάκης για το protagon.gr

Είμαι  από αυτούς που πιστεύουν ότι δεν πρέπει να υπάρξει καμμία απαγόρευση στην  νόμιμη λειτουργία της Χρυσής Αυγής μέσα στο πολίτευμα. Η υπεροχή της Δημοκρατίας είναι ακριβώς αυτή. Δεν βάζει προϋποθέσεις στη συμμετοχή παρά μόνο την τήρηση της νομιμότητας. Ακόμα και σε αυτούς που αμφισβητούν την υπόστασή της. Διότι η Δημοκρατία έχει ενιαίους κανόνες και δεν ετεροκαθορίζεται. Επίσης δεν πρέπει να φέρεται φοβικά. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για την τηλεοπτική παρουσία των φασιστών αυτών-εφόσον ψηφίστηκαν από τον λαό έχουν όλα τα δικαιώματα που πηγάζουν από τους κανόνες του προεκλογικού τηλεοπτικού χρόνου. Αφήνω που το αντίθετο θα ήταν και  κουτό-κάθε απαγορευμένο φουντώνει.

Ό,τι όμως ισχύει για τα δικαιώματα των Χρυσαυγιτών ισχύει και για τις υποχρεώσεις τους. Και είναι υποχρεωμένοι να κινούνται στο πλαίσιο των νόμων. Είναι αδιανόητο να συνηθίσουμε την διάχυτη βία που διέπει τις πράξεις και τα λόγια τους και να τα προσπερνάμε σαν κάτι αναμενόμενο. Η αντίδραση όλων μας οφείλει να είναι ακαριαία και συστηματική γιατί και αυτή συμβάλλει στη διαμόρφωση του τοπίου της βίας. Όσο δεν μας τρομάζει το τέρας τόσο τα παιδιά μας νομίζουν πως του μοιάζουμε.

Τα προχτεσινά γεγονότα ήσαν πολύ σοβαρότερα από το τηλεοπτικά χαστούκια και η προβολή τους απαράδεκτα δυσανάλογη. Το περιστατικό του Κασιδιάρη μονοπώλησε το ενδιαφέρον του Τύπου, των πολιτικών και της κοινωνίας για μέρες. Ο βαρύς τραυματισμός ενός μετανάστη μέσα στο σπίτι του από φασίστες ρατσιστές δεν είχε τηλεόραση και βουλευτές, είχε χαμόσπιτο και απόκληρους, αλλά ακριβώς την τυφλή κτηνωδία που έπρεπε να μας τρομάξει. Οι δηλώσεις του τ.βουλευτή Παναγιώταρου σε άλλες εποχές θα ξεσήκωναν θύελλα. Έχουμε συνηθίσει;

Στο κήρυγμα του μίσους ο βουλευτής διανοείται ότι θα πετάξει ασθενείς μετανάστες από τα δημόσια νοσοκομεία για να αδειάσουν κρεβάτια για έλληνες. Δεν διστάζει να προτείνει ως λύση την δια της βίας εγκατάσταση παιδιών ελληνικών οικογενειών σε παιδικούς σταθμούς, καταλαβαίνετε στη θέση ποιών και με ποιό τρόπο. Προειδοποιεί ότι στο εξής η εξωτερική πολιτική της χώρας θα ασκείται υπό την απειλή χαστουκιών μέσα στο κοινοβούλιο. Και αυτά τα πράγματα ακούγονται σαν αυτονόητα, ίσως και γραφικά από όλους εμάς που νομίζουμε ότι η Δημοκρατία απειλείται μόνο στα τηλεοπτικά στούντιο.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βλέπει μόνο Αντέννα; Οι πολιτικοί  και ο Τύπος κινητοποιούνται μόνο όταν απειλείται το συνάφι τους; Ο εισαγγελέας τι περισσότερο είδε στο παραλήρημα του κ. Αμυρά; Έχουμε εγκαταλείψει την υπεράσπιση του κράτους δικαίου στον Καρατζαφέρη που είδε στην ωμή βία της Χρυσής Αυγής την ευκαιρία να επανακάμψει; Ο φασισμός δεν είναι απειλή για τη Δημοκρατία, η ανοχή της Δημοκρατίας στον φασισμό είναι η απειλή.

Πηγή : protagon.gr