Αρχείο ετικέτας σχόλια

Περιφερειακή Αξιοπρέπεια

Άρθρο του Δημήτρη Ποταμιάνου για το protagon.gr

Ένα ενθαρρυντικό νούμερο: Σε πρόσφατη πανελλαδική δημοσκόπηση, που εξέταζε την παρατηρούμενη στις μέρες μας τάση επιστροφής από τα αστικά κέντρα στην περιφέρεια, επτά στους δέκα συμπατριώτες μας μαρτυρούν πως θα έφευγαν πρόθυμα από την πόλη “για το ίδιο ή και μικρότερο εισόδημα από αυτό που έχουν τώρα”. Άρπα την κ. Γκέκο, που προσπάθησες με τέτοια επιμονή να μας πείσεις, τους δικούς σου ανθρώπους αλλά και όλους εμάς, πως “η απληστία είναι καλό πράγμα!”.

Θα αντιταχθεί στην ανακουφιστική αυτή διαπίστωση πως είναι η κρίση που μαστίζει τη χώρα μας που οδηγεί τους συντοπίτες μας στο απονενοημένο αυτό διάβημα. (Έχουν άλλωστε ήδη ακουστεί αρκετά σαρκαστικά σχόλια για τις ψευδαισθήσεις των “νεοαγροτών”, που δεν ξέρουν πόσο σκληρή και άχαρη μπορεί να είναι η δουλειά και η ζωή με την τσάπα.) Εκτός θέματος, πιστεύω, το επιχείρημα. Η ελπίδα, όπως όλοι ξέρουμε, πεθαίνει τελευταία. Με όσον πόνο και καημό κι αν βλέπουμε το τωρινό μας εισόδημα να στραγγίζει- μας το ρουφάνε οι πολιτικοί μας ταγοί, η ανεπρόκοπη δημόσια διοίκηση και βέβαια οι ντόπιοι και ξένοι τραπεζίτες-, δεν θα πάψουμε ποτέ να ελπίζουμε πως πάλι με χρόνια και καιρούς πάλι δικά μας θα’ ναι. Θα ξαναρθούν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο τα πράγματα στη θέση τους. Την αφθονία που αξιωθήκαμε να γευτούμε θα την ξαναχαρούμε πάλι. Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν Έλληνα- εκείνους ιδίως ανάμεσά μας που στριμώχθηκαν αγόγγυστα στις μεγάλες πόλεις- που να μην βλέπει στον ύπνο του αλλά και στον ξύπνιο του το παρήγορο αυτό όνειρο.

Άρα, το ζήτημά μας δεν είναι αυτό. Αυτό που μας λένε οι επτά στους δέκα συνέλληνες (νέοι στην ηλικία οι περισσότεροι, κι αυτό είναι ακόμα πιο ενθαρρυντικό) είναι πως αψηφούν, εν τέλει, το ύψος του εισοδήματός τους- το αναγκαίο διαβατήριο, επί τέλους, για να περιπλανηθούν στη χώρα της αφθονίας, έτσι όπως την καταλαβαίναμε τουλάχιστον ως τώρα- κι αναζητούν άλλα κριτήρια και σαφώς διαφορετικό ορισμό για την “άφθονη ζωή” (για να θυμηθώ εδώ και τα εξαίσια εκείνα λόγια με τα οποία κλείνει ο “Κολοσσός του Μαρουσιού”- and life more abundant).

Δεν θα κάνω τη χάρη στους δήθεν κυνικούς κι ανοιχτομάτηδες να πλέξω εδώ το εγκώμιο της ζωής στην ύπαιθρο. Του καθαρού βουνίσιου, καμπίσιου και νησιώτικου αέρα. Που έτσι κι αλλιώς φυσικά δεν τρώγεται. Και ξέρω βέβαια πως δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι ή προετοιμασμένοι για τη δουλειά στα χωράφια, για το καθάρισμα του σταύλου και του κοτετσιού ούτε και για το επίπονο πάντα μάζεμα πλούσιων, πόσω μάλλον ισχνών εσοδειών. Σύμφωνοι, αλλ’ η ζωή στην περιφέρεια δεν είναι μόνο αυτό. Κατ’ αρχάς, με την καλή χρήση των νέων τεχνολογιών και με την προϊούσα δικτύωσή μας μπορούμε κάλλιστα να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τα όσα συμβαίνουν στα δυναμικά μητροπολιτικά κέντρα, συνεισφέροντας και τη δική μας “απόκεντρη” φωνή όταν χρειάζεται και εφόσον βέβαια είναι ευπρόσδεκτη. Όχι ότι δεν θα μπούμε στον πειρασμό κι εμείς οι περιφερειακοί γραφιάδες, καλλιτέχνες, ειδικοί επιστήμονες (γιατροί, εκπαιδευτικοί, αρχιτέκτονες, γεωπόνοι και άλλοι σύμβουλοι) να καλλιεργήσουμε κι εμείς σ’ ένα πρόχειρο μποστάνι λίγες δικές μας ντομάτες, πιπεριές και μελιντζάνες. Αλλ’ η προτεραιότητά μας εκεί “εξω”, όπου αποφασίσαμε να ταχθούμε, δεν θα πάψει να είναι το γράψιμο, ο στοχασμός, η τέχνη και οι θεραπευτικές και συμβουλευτικές φροντίδες για τους γύρω μας. Και κατά δεύτερο λόγο δεν είναι λίγοι βέβαια κι εκείνοι για τους οποίους ο δρόμος της επιστροφής στην περιφέρεια οδηγεί πολύ πιο άμεσα σε παραγωγικές δραστηριότητες στη γη ή και στη θάλασσα. Μόνο που με τις πολύ πιο ευπρόσιτες σήμερα πληροφορίες και με τις όλο και πιο εντατικές και εκτατικές επαφές στα δίκτυα που μας ενώνουν πλέον όλους,  μπορούν να προσδοκούν κι εκείνοι πως δεν θα είναι αποκομμένοι από τις κοντινές ή και τις πιο απομακρυσμένες  εστίες ζήτησης της γεωργικής παραγωγής τους. Από την αναζωογόνηση της οποίας έχει άλλωστε τόσα να ωφεληθεί ολόκληρη η χώρα μας.

Στοίχημα παραμένει πάντως, και μεγάλη απόφαση, η εθελουσία αυτή έξοδος προς την επαρχία. Πόσο μπορεί να αμείψει τους λιγότερο ή περισότερο τολμηρούς; Σίγουρη απάντηση στο ερώτημα δεν νομίζω ότι υπάρχει. Αλλ’ εδώ είναι που έχει κυρίως νόημα η στάση που υιοθετεί η σαφής (νεανική) πλειοψηφία των ερωτηθέντων στην έρευνα που προαναφέρθηκε: Και με λιγότερα απ’ όσα μπορώ να βγάλω σήμερα, θα το επιχειρούσα. Ξέροντας, προσδοκώντας έστω, ότι  θα ζούσα αξιοπρεπέστερα. Παραβάλλω ευχαρίστως την τοποθέτηση αυτή με το εύρημα του διαπρεπούς αμερικανού οικονομολόγου Ρομπερτ Φρανκ ( What Price the Moral High Ground- 2004), όπου ούτε λίγο ούτε πολύ οι απόφοιτοι διαφόρων επίλεκτων Πανεπιστημίων των ΗΠΑ στην μεγάλη πλειοψηφία τους μοιάζουν να είναι σαφώς διατεθειμένοι να δεχτούν χαμηλότερες αμοιβές από αυτές που μπορούν να εξασφαλίσουν στην αγορά, απασχολούμενοι σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς (και δεν μιλάμε βέβαια εδώ για «μονιμάδες» του Δημοσίου). Μην ξανακούσω κανέναν να μου λέει ότι ντε και καλά στη φύση του ανθρώπου είναι η πλεονεξία.

Πηγή : protagon.gr

Πασοκονουδού μπαϊλντί

Άρθρο του Άρη Δαβαράκη για το protagon.gr

Δεν έχει επιστημονικά καταγραφεί πότε και πώς φτάνει ο ψηφοφόρος να βροντοφωνάξει «έλεος πια, μπαΐλντησα ο νεοέλληνας», είναι όμως παράξενα πασιφανές το αίσθημα όταν έρθει η ώρα του. Τελειώνει ο Μάρτιος το Σάββατο και το πρόγραμμα του φετινού Απριλίου  φαντάζει τόσο βαρύ και ασήκωτο όσο και το φορτίο που κουβαλάμε σαν κοινωνία  όλοι μαζί, δυόμιση χρόνια τώρα : Προεκλογικός μήνας, με Πάθη, Σταύρωση, Ανάσταση και εκλογές καπάκι. Και τι εκλογές! Οι πιο επικίνδυνες, απρόβλεπτες, πιεσμένες οικονομικά και ημερολογιακά – αλλά και οι πιο ενδιαφέρουσες που έγιναν από το ’65, όταν ο κόσμος είχε πάλι μπαϊλντήσει με τους πολιτικούς του – για άλλους λόγους τότε. Ευτυχώς δεν κινδυνεύουμε από στρατιωτική χούντα το 2012, άλλες «απειλές» όμως, εξ’ ίσου σοβαρές, ανεβάζουν στο κόκκινο τον βαθμό επικινδυνότητας αυτής της, σχεδόν 50 χρόνια «μετά» αναμέτρησης αντιπροσωπευτικών πόλων της κοινωνίας μας, στον στίβο της καθημερινότητας, της βιοπάλης και της επιβίωσης.

Η πρόσφατη (αποχαιρετιστήρια από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ) ομιλία του ΓΑΠ, μας έφερε όλους σε μεγάλη αμηχανία : Φαινόταν (και ήταν)  πραγματικά πάρα πολύ ευχαριστημένος και «χορτάτος» από την 30 μηνών θητεία του στην Πρωθυπουργία. Δεν μας το είπε απλώς με λέξεις αλλά με την ψυχή του, το βλέμμα του και με την γλώσσα του σώματός του (που πολύ δύσκολα ψεύδεται), πως είναι υπερήφανος για αυτά που πέτυχε. Δεν έλεγε ψέματα.  Είναι στ’ αλήθεια υπερήφανος για την πατροκτονία που κάθε ισχυρό αρσενικό οφείλει να ολοκληρώσει πριν προχωρήσει στο δικό του, προσωπικό έργο. Γιατί, κακά τα ψέματα, ότι και να λέμε εμείς, όσο ακριβό και αν ήταν το κόστος, ο ΓΑΠ το κατάφερε αυτό που ήθελε και που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του: Να γκρεμίσει, να διαλύσει κυριολεκτικά,  το κράτος που είχε χτίσει “ο μπαμπάς του” – πάνω στα θεμέλια των προκατόχων του «παλαιοπολιτικών» (και στρατοκρατών) ανδρών. Και αν δεν το πέτυχε απόλυτα, το πέτυχε σε ποσοστό πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο θα τολμούσε κανείς να διανοηθεί πως θα του επέτρεπαν οι πυλώνες της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας, της τόσο καλοστημένης αυτής ΑΕ που λειτουργούσε άψογα μέχρι να έρθει η εποχή των «οικογενειακών διαδόχων».

Τώρα πια έχουμε να κάνουμε με αρχηγούς που όχι μόνο δεν νοιώθουνε στο DNA τους την αντιπαλότητα «Καραμανλήδων» και «Παπανδρέου»,  αλλά αντίθετα, είναι πανέτοιμοι «να συνεργαστούν».  Δεν το έχουμε ξαναζήσει αυτό, να βλέπουμε τα δύο κάποτε «μεγάλα κόμματα» να  χαϊδεύονται τόσο πολύ μεταξύ τους προεκλογικά, ώστε να χρειαστεί να επινοηθεί αυτή η  νέα λέξη-κόμμα, το  «Πασοκονουδού».  Έχουν φτάσει πια να αυτοαμφισβητούνται σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι σίγουροι αν θα καταφέρουν να στείλουνε στο κοινοβούλιο 151 βουλευτές και οι δύο μαζί –σε αγαστή συνεργασία. Αν δεν υπήρχε αυτό το –κατάπτυστο – «μπόνους» των 60 βουλευτών που χαρίζει ο εκλογικός νόμος στο πρώτο κόμμα (όποιο και αν είναι το ποσοστό του) το πασοκονουδού πιθανότατα θα εξαφανιζόταν από τον πολιτικό μας χάρτη αρχές Μαΐου, ανίκανο να  σχηματίσει ακόμα και κυβέρνηση συνεργασίας. Τους έχει τόσο σιχαθεί ο κόσμος που, όπως δείχνουν  όλες οι μετρήσεις μέχρι σήμερα, δεν τους εμπιστεύεται πια παρα το ποσοστό εκείνο που εξαρτάται ακόμα άμεσα  από τους «μηχανισμούς» τους σε όλη την Ελλάδα –μηχανισμούς που, έστω και στα τελευταία τους, δυστυχώς, λειτουργούν ακόμα, έστω και υπό διάλυση.

Όπως και να έχει όμως αυτές θα είναι οι τελευταίες εκλογές που θα γίνουν με τους όρους που έθεταν οι μέχρι τώρα εξουσίες. Η  ζωή, που έχει μεγάλη πλάκα, τα έφερε καπάκι και τώρα τα μπλε και τα πράσινα καφενεία συνεταιριστήκανε και παλεύουνε να κρατηθούνε, για όσο ακόμα, στην εξουσία – έστω και συνεταιρικά. Λίγο ακόμα, μια τζούρα.  Μπας και προλάβουμε κάνα διορισμό ακόμα, μπας και γλυτώσουμε λίγους ακόμα μήνες πριν γυρίσει, δυνατά πια, η σελίδα.

«Έζησα να το δω κι’ αυτό» – θα μπορώ να πω στις 29 Απριλίου, στις 6 ή τις 13 Μαΐου: Το τέλος του δικομματισμού στην Ελλάδα. Η οποία, βουτηγμένη ως το λαιμό στο πρόβλημα, τι παράξενο πράγμα, τι θετικό και αισιόδοξο –έχει ήδη πατήσει το restart και σε πολύ λίγα χρόνια, όχι περισσότερα από δύο ή τρία,  θα έχει μεταμορφωθεί σε μια σύγχρονη, παραγωγική, δημιουργική χώρα.  Άλλα πρόσωπα θα είναι στα υπουργεία, άλλα μυαλά θα καταρτίζουνε προγράμματα, νέοι Έλληνες θα πάρουν το τιμόνι στα χέρια τους.

Και το πασοκονουδού θα έχει πια μπει στου μπαμπά-Ανδρέα το χρονοντούλαπο, άπαξ και δια παντός – και θα μιλάμε γι’ αυτό όπως μιλάνε τώρα για το ’65, την «αποστασία» ή τη Μαρίκα Παλαίστη.

Δεν ξέρετε ποια είναι η Μαρίκα Παλαίστη; Google her!

Πηγή : protagon.gr

Μια ιστορία Χασίς

Άρθρο του Χρήστου Ξανθάκη για το protagon.gr

Ναι, όντως, όλοι το ξέρουμε ότι η Ελλάδα δεν παράγει. Ούτε καν τα απαραίτητα, ούτε τα βασικά, όλα απέξω έρχονται, από τη γειτονιά μας κι ακόμη πιο μακριά. Υπήρχε όμως μια εποχή, υπήρχε ένας τομέας, όπου η χώρα μας έβαζε τα γυαλιά στην οικουμένη. Μιλάω για την περίοδο του μεσοπολέμου και την καλλιέργεια χασίς. Ως την ώρα που έβαλε το στοπ ο Μεταξάς, υπερδύναμη ήταν η μαμά πατρίδα και το προϊόν της χάλαγε κόσμο.

Τα θυμήθηκα όλα αυτά τώρα που ήτανε να περάσει απ’ τη Βουλή ο νόμος για τη χρήση ναρκωτικών, αλλά είχε προτεραιότητα το PSI, πήραν ύστερα σειρά οι εκλογές, μπήκε σε δρόμο η εκλογή Βενιζέλου και πήγαν πίσω τα “ασήμαντα” ζητήματα. Για ένα σωρό κόσμο βέβαια είναι ιδιαιτέρως σημαντικά, αλλά η κοινή γνώμη δεν τρέφεται με παραμύθια πίσω από τα κάγκελα.

Να μην τα πολυλογώ, αναζήτησα βοήθεια στην βιβλιοθήκη μου και στο εμβριθές πόνημα “La croisière du hachich” (Grasset, 1933) του Γάλλου τυχοδιώκτη Henry de Monfreid. Εκεί λοιπόν, περιγράφεται η παλαβή οδύσσεια του συγγραφέα από το Τζιμπουτί στην Ελλάδα κι από την Ελλάδα  στην Αίγυπτο, παρέα με ένα φορτίο 400 οκάδων πρώτης ποιότητος χασίς. Αγορασμένο από το χωρίον Στενό, ολίγα χιλιόμετρα έξω από την Τρίπολη.

Οι λεπτομέρειες του ταξιδιού και της διαπραγμάτευσης είναι εξόχως γαργαλιστικές, όπως και οι συναντήσεις του de Monfreid με τους μεσάζοντες και τους παραγωγούς. «Oλα τα αγροκτήματα στην περιοχή της Τρίπολης καλλιεργούσαν χασίς», γράφει σε κάποιο σημείο του βιβλίου, προσθέτοντας χαρακτηριστικά: «Κάθε κτηματίας διέθετε ειδικό σήμα για το προϊόν του, ενώ η ποιότητα καθοριζόταν ανάλογα με τη χρονιά όπως στο κρασί.» Για την ιστορία το αγρόκτημα στο Στενό, είχε για σήμα τον ελέφαντα.

Χώρα υποδοχής; Μα φυσικά η Αίγυπτος, οι φελάχοι της οποίας ντουμάνιαζαν πρωί βράδυ. Με πληθυσμό μερικών εκατομμυρίων ψυχών, χρειάζονταν ετησίως 20 με 25 τόνοι χασίς για να διατηρείται η κοινωνική ειρήνη. Και όπως σημειώνει ο de Monfreid, τόσο το εμπόριο όσο και το παραεμπόριο της ψυχοτρόπου ουσίας πέρναγαν από τα χέρια των εξαιρετικά προκομμένων Ελλήνων.

Και πώς το χάσαμε παρακαλώ τέτοιο κελεπούρι; Η απάντηση έρχεται στο τέλος της μυθιστορίας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η Βρετανία υπέδειξε στην Ελλάδα να απαγορεύσει την τόσο προσοδοφόρο καλλιέργεια γιατί ήθελε να την μεταφέρει αποκλειστικά και μόνο στις αποικίες της. Στην Ινδία συγκεκριμένα, που άρχισε τότε να παράγει χασίς για κόσμο και κοσμάκη. Κι έτσι οι Ελληνες εξετέλεσαν τις εντολές των ξένων, λαμβάνοντας μια πενιχρή αποζημίωση, πλήθος συμβουλών και φιλικά χτυπήματα στην πλάτη. Οποιαδήποτε ομοιότητα με σύγχρονες καταστάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι απολύτως συμπτωματική.

Πηγή : protagon.gr

Το καλαθάκι

Άρθρο του Θοδωρή Γκόνη για το protagon.gr

Ωραία να φύγεις, έχεις καθυστερήσει κιόλας, να πας στην ευχή του Θεού, ο δρόμος και τα μάτια σου. Να μην ξεχάσω να σου τυπώσω 10 φανελάκια με το πρόσωπό μου, να γράψω επάνω με γράμματα χρυσά, μέγας χορηγός, να τα φοράς, να τα βάζεις, κάτω, μέσα από το ρούχο της ξενιτιάς, να μην ξεχνάς. Ακούγεται εγωιστικό. Είναι το δίκαιο. Εκτός κι αν θέλεις τατουάζ, το προτιμούν οι αθλητές, είναι στη μόδα, εμένα δεν μου αρέσει.

Ωραία, να πας στα ξένα, να ξενιτευτείς, μετανάστης, πρόσφυγας, φυγάς, να σπουδάσεις αυτό που αγαπάς, που πονάς, που λαχταράς, που ερωτεύτηκες. Καταλαβαίνω, εδώ στένεψε, περιορίστηκε, έκλεισε, φτώχυνε, κόπηκε, χάθηκε, ξεράθηκε, στέρεψε η μεγάλη χαρά. Δεν έχει χλωρασιά, τσαΐρια δροσερά, δεν έχει νερά. Ξέρουμε το γιατί, δεν χάνουμε χρόνο σε αναλύσεις και άσκοπους θρήνους, βουτάμε στο πρόβλημα, φεύγουμε με τη ζωή, την πιάνουμε, την χουφτώνουμε, την αρπάζουμε από την μέση, της αρέσει, ξέρει αυτή.

Ωραία να φύγεις, δόξα τω Θεώ, υπάρχει η δυνατότητα, αλλά με έναν όρο. Να πάρεις μαζί σου και τη γλώσσα. Μην ανησυχείς, θα σου ετοιμάσω εγώ το καλαθάκι της θα το γεμίσω με τα απαραίτητα, τα βασικά, αυτά που πρέπει. Έχουμε μεγάλη παράδοση σε αυτόν τον τομέα. Αιώνες τώρα στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, στη Βηρυτό, στην Οδησσό, στο Ιάσιο, στην Τραπεζούντα, στη Μασσαλία, στη Βενετία στη Βιέννη, στον Βόλγα, στον Δούναβη, στον Τάμεση, στο Σηκουάνα με αυτό το καλαθάκι περάσαμε απέναντι. Εσύ το μόνο που πρέπει να κάνεις εκεί, μαζί με τη γεωμετρία, την αριθμητική, τη μουσική, την αστρονομία, τη φιλοσοφία, και ό,τι άλλο λαχταράς, είναι μια ώρα κάθε νύχτα –την ώρα που κοιμούνται  τα νερά- ν’ ανοίγεις το καλάθι. Θα ακούς τον ήχο, την αναπνοή, τη συμβουλή, την προτροπή, τον ορισμό, τον μηχανισμό, θα βλέπεις τη γραμμή, τον ορίζοντα, τον τεχνίτη, τον εργάτη, τον καλλιεργητή, τον ανασκαφέα τον ιερέα. Τη λέξη. Τη γλώσσα. Αυτό. Αρκεί.    

Πηγή : protagon.gr